Υπάρχουν στιγμές που η σιωπή δεν είναι επιλογή.

Όταν ένας νέος άνθρωπος, ένας νέος αφηγητής ή μια νέα αφηγήτρια, που εργάζεται με συνέπεια και στέκεται με ευθύνη απέναντι στο κοινό του, γίνεται στόχος υπόγειων κινήσεων και αμφισβήτησης, τότε δεν μιλάμε για διαφωνία. Μιλάμε για έλλειψη ήθους.
Το να απευθύνεται κάποιος σε έναν οργανισμό και να ζητά να μάθει «ποιος είναι» και «με ποιο δικαίωμα βρίσκεται εκεί» ένας νέος άνθρωπος, δεν είναι ενδιαφέρον για την ποιότητα. Είναι ευθεία υπονόμευση. Είναι μια πράξη που επιχειρεί να δημιουργήσει αμφιβολία, να φέρει σε δύσκολη θέση και να απειλήσει τη θέση ενός ανθρώπου που κάνει τη δουλειά του.
Αυτό δεν είναι αποδεκτό.
Η κριτική γίνεται δημόσια, με καθαρό λόγο και με ευθύνη. Όχι με υπαινιγμούς και όχι πίσω από την πλάτη του άλλου.
Και εδώ τίθεται ένα σοβαρό ερώτημα. Ποιος δίνει το δικαίωμα σε οποιονδήποτε να παριστάνει τον κριτή, τον ελεγκτή, τον χωροφύλακα της αφήγησης.
Κανείς.
Κανείς δεν έχει το δικαίωμα να αποφασίζει ποιος «επιτρέπεται» να αφηγείται και ποιος όχι. Αυτό το κρίνει μόνο το κοινό. Οτιδήποτε άλλο είναι αυθαίρετη επιβολή.
Και ας ειπωθεί καθαρά.
Τέτοιες πρακτικές δεν ξεκινούν από ενδιαφέρον για την τέχνη. Ξεκινούν από ανασφάλεια, από εμπάθεια και από αναδουλειά. Από την ανάγκη κάποιων να ελέγξουν έναν χώρο που δεν τους ανήκει. Από την πικρία ότι δεν βρίσκονται οι ίδιοι στη θέση που θα ήθελαν. Από τη μικρότητα να χτυπούν έναν νέο άνθρωπο αντί να σταθούν απέναντί του με καθαρότητα. Αυτό δεν είναι στάση ανθρώπου που υπηρετεί μια τέχνη. Είναι στάση που την υποβαθμίζει. Η αφήγηση δεν είναι ιδιοκτησία κανενός. Δεν ανήκει σε πρόσωπα που αυτοτοποθετούνται σε ρόλο κριτή. Ανήκει σε εκείνους που την υπηρετούν με πράξη, με παρουσία και με σεβασμό προς το κοινό. Η αξία ενός αφηγητή δεν αποδεικνύεται από τίτλους, από εκδόσεις ή από έρευνες. Αυτά μπορεί να υπάρχουν ή να μην υπάρχουν. Δεν είναι αυτά που καθορίζουν το ουσιαστικό μέγεθος. Το μέγεθος φαίνεται στη στάση. Στον τρόπο που στέκεται απέναντι στους νεότερους. Στο αν δίνει χώρο ή αν προσπαθεί να τον αφαιρέσει. Στο αν ενισχύει ή αν αποδυναμώνει. Γιατί όποιος επιλέγει να αποδυναμώνει έναν νέο άνθρωπο, δεν το κάνει από θέση ευθύνης. Το κάνει από φόβο. Και αυτό εκθέτει.
Υπάρχει και κάτι ακόμη που δεν πρέπει να ξεχνιέται. Υπάρχουν άνθρωποι που στηρίχθηκαν, που τους δόθηκε χώρος, που κάποτε κάποιοι τους είπαν «στάσου εδώ». Και μέσα από αυτόν τον χώρο μπόρεσαν να υπάρξουν και να ακουστούν. Όταν αυτή η μνήμη χάνεται, χάνεται και το μέτρο. Και τότε η πορεία δεν βαραίνει από αξία, αλλά από συμπεριφορές που ακυρώνουν όσα προηγήθηκαν. Κανείς δεν ξεκίνησε από θέση ισχύος. Όλοι κάποτε ήταν νέοι. Όλοι χρειάστηκαν χώρο. Αυτό δημιουργεί χρέος. Και αυτό το χρέος δεν εξοφλείται με εμπόδια, με παρεμβάσεις και με κινήσεις στο παρασκήνιο.Εξοφλείται με στήριξη. Εξοφλείται με σεβασμό. Εξοφλείται με καθαρή στάση. Όποιος ξεχνά αυτή τη διαδρομή και στέκεται απέναντι σε έναν νέο άνθρωπο με τρόπο που μπορεί να του στερήσει τη δουλειά του, δεν προστατεύει την τέχνη.
Την ντροπιάζει.
Απέναντι σε αυτό, η θέση είναι μία και είναι καθαρή. Οι νέοι αφηγητές και οι νέες αφηγήτριες έχουν δικαίωμα να υπάρχουν, να δοκιμάζονται, να στέκονται και να κρίνονται από το κοινό τους. Κανείς δεν έχει το δικαίωμα να τους αφαιρεί αυτόν τον χώρο. Καμία ανοχή σε πρακτικές που λειτουργούν υπόγεια. Καμία ανοχή σε συμπεριφορές που στοχεύουν στην αποδυνάμωση. Και τελικά, ο χρόνος ξεχωρίζει. Ξεχωρίζει τις φωνές που στέκονται καθαρά από εκείνες που κινούνται στη σκιά. Ξεχωρίζει αυτούς που δίνουν από αυτούς που φοβούνται. Γιατί η αφήγηση προχωρά πάντα μπροστά. Με ανθρώπους που τολμούν, που μοιράζονται, που ανοίγουν δρόμους. Και εκεί θα βρίσκεται πάντα η αλήθεια της.